Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unfavorably
01
δυσμενώς, αρνητικά
with a lack of approval, support, or positive regard
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The new policy was viewed unfavorably by employees due to its impact on work-life balance.
Η νέα πολιτική θεωρήθηκε δυσμενώς από τους εργαζόμενους λόγω της επίδρασής της στην ισορροπία μεταξύ εργασίας και προσωπικής ζωής.
Λεξικό Δέντρο
unfavorably
favorably
favorable
favor



























