unfaithful
un
ˌʌn
αν
faith
ˈfeɪθ
φειθ
ful
fəl
φαλ
faithful

Ορισμός και σημασία του "unfaithful"στα αγγλικά

unfaithful
01

άπιστος, προδότης

having sexual relations with someone other than your husband or wife, or your boyfriend or girlfriend 
unfaithful definition and meaning
02

άπιστος, ανέντιμος

not true to duty or obligation or promises 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unfaithful
συγκριτικός βαθμός
more unfaithful
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, relationships, morality
03

άπιστος, προδοτικός

showing betrayal or disloyalty, especially in personal relationships or commitments 
Παραδείγματα
He was unfaithful to his wife, breaking the trust they had built over the years. 

Ήταν άπιστος στη γυναίκα του, σπάζοντας την εμπιστοσύνη που είχαν χτίσει τα χρόνια.

04

άπιστος, αναξιόπιστος

not trustworthy 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unfaithful
faithful
faith
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store