Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unethical
01
ανήθικος, μη ηθικός
involving behaviors, actions, or decisions that are morally wrong
Παραδείγματα
She believed it was unethical to manipulate data to meet the research criteria.
Πίστευε ότι ήταν ανήθικο να χειραγωγεί τα δεδομένα για να πληροί τα κριτήρια της έρευνας.
Λεξικό Δέντρο
unethical
ethical
ethic



























