unerring
un
ʌn
an
e
ˈɜ:
ē
rring
rɪng
ring
uncaringunstringuntiring

Ορισμός και σημασία του "unerring"στα αγγλικά

01

αλάνθαστος, ακριβής

always accurate and reliable 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
accuracy, reliability, performance
Παραδείγματα
His unerring intuition allowed him to make sound decisions in difficult situations. 

Η αλάνθαστη διαίσθησή του του επέτρεψε να λαμβάνει σοφές αποφάσεις σε δύσκολες καταστάσεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unerringly
unerring
erring
err
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store