unerring
Pronunciation
/ʌnˈɛɹɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "unerring"στα αγγλικά

01

αλάνθαστος, ακριβής

always accurate and reliable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unerring logic of the mathematician's proof left no room for doubt.
Η αλάνθαστη λογική της απόδειξης του μαθηματικού δεν άφηνε περιθώριο αμφιβολίας.

Λεξικό Δέντρο

unerringly
unerring
erring
err
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store