unenlightened
Pronunciation
/ˌənɛnˈɫaɪtənd/

Ορισμός και σημασία του "unenlightened"στα αγγλικά

unenlightened
01

αμαθής, μη φωτισμένος

lacking knowledge, understanding, or awareness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unenlightened
συγκριτικός βαθμός
more unenlightened
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Unenlightened minds resist change and cling to outdated beliefs.
Τα αφώτιστα μυαλά αντιστέκονται στην αλλαγή και προσκολλώνται σε ξεπερασμένες πεποιθήσεις.
02

αφώτιστος, αγνοών

not enlightened; ignorant

Λεξικό Δέντρο

unenlightened
enlightened
enlighten
lighten
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store