Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unenlightened
01
αμαθής, μη φωτισμένος
lacking knowledge, understanding, or awareness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unenlightened
συγκριτικός βαθμός
more unenlightened
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
knowledge, cognition, state
Παραδείγματα
His unenlightened beliefs about science were challenged when exposed to more accurate and up-to-date information.
Οι αναποφώτιστες πεποιθήσεις του για την επιστήμη αμφισβητήθηκαν όταν εκτέθηκε σε πιο ακριβείς και ενημερωμένες πληροφορίες.
02
αφώτιστος, αγνοών
not enlightened; ignorant
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unenlightened
enlightened
enlighten
lighten



























