Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unenlightened
01
αμαθής, μη φωτισμένος
lacking knowledge, understanding, or awareness
Παραδείγματα
Unenlightened minds resist change and cling to outdated beliefs.
Τα αφώτιστα μυαλά αντιστέκονται στην αλλαγή και προσκολλώνται σε ξεπερασμένες πεποιθήσεις.
02
αφώτιστος, αγνοών
not enlightened; ignorant
Λεξικό Δέντρο
unenlightened
enlightened
enlighten
lighten



























