unease
un
ˈʌn
an
ease
iz
iz
/ʌnˈiːz/

Ορισμός και σημασία του "unease"στα αγγλικά

01

ανησυχία, δυσφορία

a feeling of discomfort, worry, or anxiety
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The sudden change in plans created unease for everyone.
Η ξαφνική αλλαγή των σχεδίων δημιούργησε ανησυχία για όλους.
02

δυσφορία, ανησυχία

physical discomfort (as mild sickness or depression)
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store