unearthly
un
ʌn
an
earth
ˈɜ:θ
ēth
ly
li
li
earthly

Ορισμός και σημασία του "unearthly"στα αγγλικά

01

υπερφυσικός, παράξενος

beyond normal human experience, often in a supernatural or unsettling way 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unearthly
συγκριτικός βαθμός
more unearthly
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
supernatural, experience, perception
Παραδείγματα
The cave echoed with an unearthly hum that sent shivers down my spine. 

Το σπήλαιο αντηχούσε με ένα υπερφυσικό βουητό που μού έκανε την πλάτη να τρεμοπαίζει.

02

πνευματικός, ουράνιος

concerned with or affecting the spirit or soul 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unearthly
earthly
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store