Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to undress
01
γδύνω, βγάζω τα ρούχα
to take one's clothes off
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
undress
γ΄ ενικό πρόσωπο
undresses
ενεστώτα μετοχή
undressing
απλός αόριστος
undressed
παθητική μετοχή
undressed
Παραδείγματα
After a long day at work, she undressed and changed into comfortable loungewear.
Μετά από μια μεγάλη μέρα στη δουλειά, γδύθηκε και φόρεσε άνετα ρούχα για το σπίτι.
02
γδύνω, ξεντύνω
to take someone else's clothes off
Transitive: to undress sb
Παραδείγματα
The nurse undressed the patient before the medical examination.
Η νοσοκόμα γδύθηκε τον ασθενή πριν από την ιατρική εξέταση.
Undress
01
γδύσιμο, γύμνια
partial or complete nakedness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
undress
dress



























