Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
undone
01
μη γινόμενο, ανολοκλήρωτο
not done
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most undone
συγκριτικός βαθμός
more undone
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
state, tasks, completion
02
ανοργάνωτος, αποδιοργανωμένος
thrown into a state of disorganization or incoherence
03
ξεδένω, αφύλακτος
not fastened or tied or secured
04
καταδικασμένος σε εξαφάνιση, καθωρισμένος να εξαφανιστεί
doomed to extinction
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
undone
done



























