Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
undisputed
01
αδιαμφισβήτητος, αναμφίβολος
accepted as true or genuine, without any doubt or disagreement
Παραδείγματα
The undisputed authority of the professor in the subject made his lectures highly sought after.
Η αδιαμφισβήτητη αυθεντία του καθηγητή στο θέμα έκανε τις διαλέξεις του πολύ περιζήτητες.
Λεξικό Δέντρο
undisputedly
undisputed
disputed
dispute



























