to underperform
un
ˌʌn
an
der
per
form
ˈfɔ:m
fawm

Ορισμός και σημασία του "underperform"στα αγγλικά

to underperform
01

παρουσιάζω χαμηλότερη απόδοση από το αναμενόμενο, αναπτύσσομαι με ρυθμό κάτω από το πρότυπο

to grow or yield at a rate lower than a benchmark, standard, or expectation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
underperform
γ΄ ενικό πρόσωπο
underperforms
ενεστώτα μετοχή
underperforming
απλός αόριστος
underperformed
παθητική μετοχή
underperformed
Παραδείγματα
The stock underperformed the market this quarter. 

Η μετοχή απέδωσε χειρότερα από την αγορά αυτό το τρίμηνο.

02

αποδίδω κάτω από τις προσδοκίες, δεν πετυχαίνω όσο σκοπεύα

to not succeed as much as intended 
Παραδείγματα
The company's stock price dropped after it continued to underperform in the market. 

Η τιμή της μετοχής της εταιρείας έπεσε αφού συνέχισε να παρουσιάζει χαμηλότερες επιδόσεις στην αγορά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store