Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to underperform
01
παρουσιάζω χαμηλότερη απόδοση από το αναμενόμενο, αναπτύσσομαι με ρυθμό κάτω από το πρότυπο
to grow or yield at a rate lower than a benchmark, standard, or expectation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
underperform
γ΄ ενικό πρόσωπο
underperforms
ενεστώτα μετοχή
underperforming
απλός αόριστος
underperformed
παθητική μετοχή
underperformed
Παραδείγματα
The bond underperformed expectations due to low interest rates.
Το ομόλογο απέδωσε χαμηλότερα από τις προσδοκίες λόγω των χαμηλών επιτοκίων.
02
αποδίδω κάτω από τις προσδοκίες, δεν πετυχαίνω όσο σκοπεύα
to not succeed as much as intended
Παραδείγματα
Her portfolio consistently underperformed compared to the industry benchmark, leading her to seek new investment advice.
Το χαρτοφυλάκιό της αποδίδει συστηματικά χειρότερα σε σύγκριση με το δείκτη του κλάδου, κάτι που την οδήγησε να αναζητήσει νέες συμβουλές επενδύσεων.
Λεξικό Δέντρο
underperform
perform



























