Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Underpass
01
υπόγεια διάβαση, τούνελ πεζών
an underground tunnel or path that people can use to cross a road, railway, etc.
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
underpasses
Παραδείγματα
The graffiti-covered walls of the underpass served as a canvas for urban artists.
Οι τοίχοι καλυμμένοι με γκράφιτι της υπόγειας διάβασης χρησίμευαν ως καμβάς για αστικούς καλλιτέχνες.
Λεξικό Δέντρο
underpass
pass



























