to undeceive
Pronunciation
/ˌʌndᵻsˈiːv/

Ορισμός και σημασία του "undeceive"στα αγγλικά

to undeceive
01

απομυθοποιώ, αποκαλύπτω την αλήθεια

to reveal the truth and free someone from misconceptions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
undeceive
γ΄ ενικό πρόσωπο
undeceives
ενεστώτα μετοχή
undeceiving
απλός αόριστος
undeceived
παθητική μετοχή
undeceived
Παραδείγματα
As a teacher, her aim was to undeceive students about historical inaccuracies, encouraging critical thinking and factual understanding.
Ως δασκάλα, ο στόχος της ήταν να αποσαφηνίσει τους μαθητές σχετικά με τις ιστορικές ανακρίβειες, ενθαρρύνοντας την κριτική σκέψη και την κατανόηση των γεγονότων.

Λεξικό Δέντρο

undeceived
undeceive
deceive
deceit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store