Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to undeceive
01
απομυθοποιώ, αποκαλύπτω την αλήθεια
to reveal the truth and free someone from misconceptions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
undeceive
γ΄ ενικό πρόσωπο
undeceives
ενεστώτα μετοχή
undeceiving
απλός αόριστος
undeceived
παθητική μετοχή
undeceived
Παραδείγματα
The documentary sought to undeceive viewers about common myths surrounding climate change, presenting scientifically backed facts.
Το ντοκιμαντέρ επιδίωξε να αποσαφηνίσει τους θεατές σχετικά με τους κοινούς μύθους γύρω από την κλιματική αλλαγή, παρουσιάζοντας επιστημονικά τεκμηριωμένα γεγονότα.
Λεξικό Δέντρο
undeceived
undeceive
deceive
deceit



























