undamaged
Pronunciation
/ˌənˈdæmədʒd/

Ορισμός και σημασία του "undamaged"στα αγγλικά

01

άθικτος, ανέπαφος

completely uninjured
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most undamaged
συγκριτικός βαθμός
more undamaged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The painting remained undamaged after being transported across the country.
Ο πίνακας παρέμεινε άθικτος μετά τη μεταφορά του σε όλη τη χώρα.

Λεξικό Δέντρο

undamaged
damaged
damage
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store