undamaged
un
ˌʌn
an
da
ˈdæ
maged
mɪʤd
mijd
damaged

Ορισμός και σημασία του "undamaged"στα αγγλικά

01

άθικτος, ανέπαφος

completely uninjured 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most undamaged
συγκριτικός βαθμός
more undamaged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The car was undamaged despite the severe storm. 

Το αυτοκίνητο ήταν άθικτο παρά τον σφοδρό θύελλα.

Λεξικό Δέντρο

undamaged
damaged
damage
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store