Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
undamaged
01
άθικτος, ανέπαφος
completely uninjured
Παραδείγματα
The painting remained undamaged after being transported across the country.
Ο πίνακας παρέμεινε άθικτος μετά τη μεταφορά του σε όλη τη χώρα.
Λεξικό Δέντρο
undamaged
damaged
damage



























