Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
uncritical
01
μη κριτικός, ακριτικός
not critical; not tending to find or call attention to errors
02
ακριτικός, μη κριτικός
marked by disregard for critical standards or procedures
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most uncritical
συγκριτικός βαθμός
more uncritical
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
uncritical
critical
critic



























