Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
uncompromising
01
αποφασιστικός, αμετακίνητος
unwilling to change or give in
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most uncompromising
συγκριτικός βαθμός
more uncompromising
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The coach was uncompromising, players either followed his rules or quit.
Ο προπονητής ήταν αδιάλλακτος, οι παίκτες ακολουθούσαν είτε τους κανόνες του είτε παραιτούνταν.
Λεξικό Δέντρο
uncompromisingly
uncompromising
compromising
compromise



























