uncompromising
un
ʌn
an
comp
ˈkɒmp
komp
ro
mi
maɪ
mai
sing
zɪng
zing
compromising

Ορισμός και σημασία του "uncompromising"στα αγγλικά

uncompromising
01

αποφασιστικός, αμετακίνητος

unwilling to change or give in 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most uncompromising
συγκριτικός βαθμός
more uncompromising
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, character, attitude
Παραδείγματα
The coach was uncompromising, players either followed his rules or quit. 

Ο προπονητής ήταν αδιάλλακτος, οι παίκτες ακολουθούσαν είτε τους κανόνες του είτε παραιτούνταν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

uncompromisingly
uncompromising
compromising
compromise
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store