Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unbreakable
01
άθραυστο, ακαταστρέπτο
impossible or difficult to destroy or damage
Παραδείγματα
The unbreakable chain held the swing securely in place.
Η άθραυστη αλυσίδα κράτησε την κούνια σταθερά στη θέση της.
Λεξικό Δέντρο
unbreakable
breakable
break



























