unattired
un
ʌn
αν
a
ə
α
ttired
taɪrd
ταιρντ
/ʌnɐtˈaɪəd/

Ορισμός και σημασία του "unattired"στα αγγλικά

01

γδυμένος, γυμνός

having removed clothing
unattired definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unattired
συγκριτικός βαθμός
more unattired
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store