Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unarmed
01
άοπλος, ανοπλοποίητος
not equipped with weapons or firearms
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unarmed
συγκριτικός βαθμός
more unarmed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
security, conflict, status
Παραδείγματα
The unarmed protesters peacefully marched through the streets.
Οι άοπλοι διαδηλωτές περπάτησαν ειρηνικά στους δρόμους.
02
άοπλος, χωρίς αγκάθια
(used of plants or animals) lacking barbs or stings or thorns
03
δεμένος, συνδεδεμένος
the act of linking together as in a series or chain
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unarmed
armed
arm



























