Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unanswered
01
απάντητο, χωρίς απάντηση
not responded to or reciprocated, often leaving a sense of incompleteness or uncertainty
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unanswered
συγκριτικός βαθμός
more unanswered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her unanswered calls left her feeling worried about her friend's well-being.
Οι αναπάντητες κλήσεις της την άφησαν να ανησυχεί για την ευημερία της φίλης της.



























