Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unambitious
01
αφιλοδοξος, χωρίς φιλοδοξία
not having a strong desire or motivation to succeed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unambitious
συγκριτικός βαθμός
more unambitious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt unambitious compared to her driven peers.
Ένιωθε χωρίς φιλοδοξία σε σύγκριση με τους οδηγημένους συνομηλίκους της.
Λεξικό Δέντρο
unambitious
ambitious
amb



























