Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unagitated
01
ανεξάσκητος, ήρεμος
not agitated; without losing self-possession
02
ήρεμος, γαλήνιος
not agitated or disturbed emotionally
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unagitated
συγκριτικός βαθμός
more unagitated
διαβαθμίσιμο
03
ανενοχλήτος, ήρεμος
not physically disturbed or set in motion
Λεξικό Δέντρο
unagitated
agitated
agitate
agit



























