Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unable
01
ανίκανος, αδύνατος
being incapable of or lacking the skill, means, etc. necessary for doing something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was unable to attend the meeting due to a scheduling conflict.
Δεν μπόρεσε να παραστεί στη συνάντηση λόγω σύγκρουσης προγράμματος.
02
ανίκανος
(usually followed by `to') lacking necessary physical or mental ability
03
ανίκανος, αδύναμος
lacking in power or forcefulness
Λεξικό Δέντρο
unable
able



























