Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
umbrageous
01
αγανακτισμένος, πληγωμένος
angered at something unjust or wrong
Παραδείγματα
The umbrageous surroundings made the campsite feel cooler and more inviting.
Το σκιερό περιβάλλον έκανε τον καταυλισμό να φαίνεται πιο δροσερός και ελκυστικός.



























