ugliness
ug
ˈʌg
ag
li
li
li
ness
nəs
nēs

Ορισμός και σημασία του "ugliness"στα αγγλικά

01

ασχήμια, δυσμορφία

the state of being not attractive or not pleasing to the eye 
ugliness definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The ugliness of the cracked pavement and abandoned cars gave the neighborhood a rundown appearance. 

Η ασχήμια του ραγισμένου πεζοδρομίου και των εγκαταλειμμένων αυτοκινήτων έδωσε στη γειτονιά μια ερειπωμένη εμφάνιση.

02

ασχήμια, κακία

the quality of being wicked 

Λεξικό Δέντρο

ugliness
ugly
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store