ugliness
Pronunciation
/ˈʌɡlinɪs/

Ορισμός και σημασία του "ugliness"στα αγγλικά

01

ασχήμια, δυσμορφία

the state of being not attractive or not pleasing to the eye
ugliness definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Despite the ugliness of the storm clouds overhead, the rainbow that appeared afterward brightened the sky.
Παρά την ασχήμια των καταιγιδωτών νεφών από πάνω, το ουράνιο τόξο που εμφανίστηκε αργότερα φώτισε τον ουρανό.
02

ασχήμια, κακία

the quality of being wicked

Λεξικό Δέντρο

ugliness
ugly
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store