Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ugali
01
ουγκάλι, αφρικανικό κουάκερ καλαμποκιού
an African porridge that is made with maize or manioc flour, usually served beside meat or vegetable stew
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο



























