Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ugly
01
άσχημος, δυσάρεστος
not pleasant to the mind or senses
Παραδείγματα
The old, torn sweater she wore was ugly and outdated.
Το παλιό, σκισμένο πουλόβερ που φορούσε ήταν άσχημο και ξεπερασμένο.
02
άσχημος, αξιοκατάκριτος
morally reprehensible
03
θυμώδης, οξύθυμος
inclined to anger or bad feelings with overtones of menace
04
φρικτός, τρομακτικός
provoking horror
Λεξικό Δέντρο
ugliness
ugly



























