Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to twirp
01
τερέτισμα, κιουκιούρισμα
make a weak, chirping sound
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
twirp
γ΄ ενικό πρόσωπο
twirps
ενεστώτα μετοχή
twirping
απλός αόριστος
twirped
παθητική μετοχή
twirped



























