to twirp
Pronunciation
/twɜːrp/

Ορισμός και σημασία του "twirp"στα αγγλικά

to twirp
01

τερέτισμα, κιουκιούρισμα

make a weak, chirping sound
to twirp definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
twirp
γ΄ ενικό πρόσωπο
twirps
ενεστώτα μετοχή
twirping
απλός αόριστος
twirped
παθητική μετοχή
twirped
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store