twig
twig
twɪg
tvig
brigtrigswigfrig
twigged

Ορισμός και σημασία του "twig"στα αγγλικά

01

κλαδί, κλαράκι

a small and thin branch of a tree stemmed from another branch 
twig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
twigs
Παραδείγματα
The bird built its nest using twigs and leaves from the nearby trees. 

Το πουλί έφτιαξε τη φωλιά του χρησιμοποιώντας κλαδάκια και φύλλα από τα κοντινά δέντρα.

to twig
01

βλαστάνω, διακλαδίζομαι

to grow or develop like a small branch 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
twig
γ΄ ενικό πρόσωπο
twigs
ενεστώτα μετοχή
twigging
απλός αόριστος
twigged
παθητική μετοχή
twigged
Παραδείγματα
New leaves twig on the rose bush each spring. 

Κάθε άνοιξη, νέα φύλλα βλασταίνουν στον θάμνο του τριαντάφυλλου.

02

καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι

to understand or grasp something, often after a delay or difficulty 
Παραδείγματα
I didn't twig the significance of the remark at first. 

Δεν κατάλαβα τη σημασία της παρατήρησης στην αρχή.

Λεξικό Δέντρο

twiggy
twiglike
twig
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store