Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tweet
01
τερέτισμα, κιλάηδημα
the short sound that is made by small birds
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tweets
02
tweet, μήνυμα στο Twitter
a message or post on Twitter
Παραδείγματα
Her latest tweet went viral, gaining thousands of likes and retweets within hours.
Το τελευταίο της tweet έγινε viral, κερδίζοντας χιλιάδες likes και retweets μέσα σε λίγες ώρες.
to tweet
01
τερέτισμα, κιουκίσιμο
to make a short high sound characteristic of a bird
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tweet
γ΄ ενικό πρόσωπο
tweets
ενεστώτα μετοχή
tweeting
απλός αόριστος
tweeted
παθητική μετοχή
tweeted
Παραδείγματα
The robin tweeted cheerfully from the branch of the oak tree.
Ο κοκκινολαίμης τερέτισε χαρούμενα από το κλαδί της δρυός.
02
τουιτάρω, δημοσιεύω στο X
to post or send something on X social media
Transitive: to tweet sth
Παραδείγματα
She tweeted a photo of her vacation to share with her followers.
Έκανε tweet μια φωτογραφία από τις διακοπές της για να τη μοιραστεί με τους ακόλουθους της.



























