Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tussle
01
παλεύω, μαλώνω
to struggle or fight with someone, particularly to get something
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tussle
γ΄ ενικό πρόσωπο
tussles
ενεστώτα μετοχή
tussling
απλός αόριστος
tussled
παθητική μετοχή
tussled
Παραδείγματα
Siblings playfully tussled for control of the TV remote, each wanting to choose the channel.
Τα αδέλφια σπρώχνονταν παιχνιδιάρικα για τον έλεγχο του τηλεχειριστηρίου, κάθε ένας ήθελε να επιλέξει το κανάλι.
Tussle
01
συμπλοκή, φιλονικία
a brief, vigorous fight or argument
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tussles
Παραδείγματα
There was a tussle at the checkout line when someone tried to cut in.
Έγινε μια συμπλοκή στη σειρά στο ταμείο όταν κάποιος προσπάθησε να περάσει μπροστά.



























