to tussle
tu
ˈtʌ
ta
ssle
səl
sēl
hustlemusselbustlerustle

Ορισμός και σημασία του "tussle"στα αγγλικά

to tussle
01

παλεύω, μαλώνω

to struggle or fight with someone, particularly to get something 
Intransitive
to tussle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tussle
γ΄ ενικό πρόσωπο
tussles
ενεστώτα μετοχή
tussling
απλός αόριστος
tussled
παθητική μετοχή
tussled
Παραδείγματα
Children on the playground may tussle over a toy they both want to play with. 

Τα παιδιά στην παιδική χαρά μπορεί να παλεύουν για ένα παιχνίδι με το οποίο και τα δύο θέλουν να παίξουν.

01

συμπλοκή, φιλονικία

a brief, vigorous fight or argument 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tussles
Παραδείγματα
A tussle broke out between the players after the foul. 

Μια συμπλοκή ξέσπασε μεταξύ των παικτών μετά το φάουλ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store