Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tussle
01
παλεύω, μαλώνω
to struggle or fight with someone, particularly to get something
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tussle
γ΄ ενικό πρόσωπο
tussles
ενεστώτα μετοχή
tussling
απλός αόριστος
tussled
παθητική μετοχή
tussled
Παραδείγματα
Children on the playground may tussle over a toy they both want to play with.
Τα παιδιά στην παιδική χαρά μπορεί να παλεύουν για ένα παιχνίδι με το οποίο και τα δύο θέλουν να παίξουν.
Tussle
01
συμπλοκή, φιλονικία
a brief, vigorous fight or argument
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tussles
Παραδείγματα
A tussle broke out between the players after the foul.
Μια συμπλοκή ξέσπασε μεταξύ των παικτών μετά το φάουλ.



























