Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to turn on
01
ενεργοποιώ, ανοίγω
to cause a machine, device, or system to start working or flowing, usually by pressing a button or turning a switch
Transitive: to turn on a device or system
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on
βασικό ρήμα
turn
ενεστώτας
turn on
γ΄ ενικό πρόσωπο
turns on
ενεστώτα μετοχή
turning on
απλός αόριστος
turned on
παθητική μετοχή
turned on
Παραδείγματα
Before using the printer, make sure to turn it on and check for paper.
Πριν χρησιμοποιήσετε τον εκτυπωτή, βεβαιωθείτε ότι τον έχετε ενεργοποιήσει και ότι υπάρχει χαρτί.
02
γυρίζω εναντίον, γίνομαι εχθρικός απέναντι
to become unfriendly or hostile toward someone or something
Transitive: to turn on sb
Παραδείγματα
She turned on her longtime friend when she discovered the betrayal.
Γύρισε εναντίον του παλιού της φίλου όταν ανακάλυψε την προδοσία.
03
εξαρτάται από, βασίζεται σε
to rely on external conditions or factors
Transitive: to turn on an external condition
Παραδείγματα
The decision to invest in the stock market turns entirely on market analysis.
Η απόφαση να επενδύσετε στο χρηματιστήριο εξαρτάται εξ ολοκλήρου από την ανάλυση της αγοράς.
04
εξάπτω, διεγείρω
to make someone feel excited or stimulated
Transitive: to turn on sb
Παραδείγματα
The music turned the crowd on, and the dance floor came to life.
Η μουσική διέγειρε το πλήθος, και ο χορός πήρε ζωή.
05
ερεθίζω, ανάβω
to cause someone to feel sexual attraction or excitement
πολιτισμικά ευαίσθητο
ανεπίσημο
Παραδείγματα
Her confidence really turns him on.
Η αυτοπεποίθησή της τον ερεθίζει πραγματικά.
Turn on
01
έλξη, διέγερση
a characteristic, behavior, or feature that increases sexual or romantic attraction toward someone
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
turn-ons
Παραδείγματα
His sense of humor is a big turn on.
Η αίσθηση του χιούμορ του είναι ένα μεγάλο ατού.



























