Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tumid
01
φουσκωμένος, πομπώδης
overly grand in language or expression
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tumid
συγκριτικός βαθμός
more tumid
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His speech was filled with tumid phrases that lacked substance.
Η ομιλία του ήταν γεμάτη φουσκωμένες φράσεις που στερούνταν ουσίας.
02
πρησμένος, φουσκωμένος
enlarged beyond normal size, often due to internal pressure from fluid or gas
Παραδείγματα
The patient's abdomen appeared tumid, indicating possible internal bleeding.
Η κοιλιά του ασθενούς φαινόταν πρησμένη, υποδεικνύοντας πιθανή εσωτερική αιμορραγία.
2.1
στυμένος, πρησμένος
(of sexual organs) in a state of arousal
Παραδείγματα
The medical text described the tumid state of the tissue during arousal.
Το ιατρικό κείμενο περιέγραφε την πρησμένη κατάσταση του ιστού κατά τη διέγερση.
Λεξικό Δέντρο
tumidness
tumid



























