Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tumid
01
φουσκωμένος, πομπώδης
overly grand in language or expression
Παραδείγματα
The politician 's tumid rhetoric masked a lack of clear policy.
Η φουσκωμένη ρητορική του πολιτικού αποκρύπτει την έλλειψη σαφούς πολιτικής.
02
πρησμένος, φουσκωμένος
enlarged beyond normal size, often due to internal pressure from fluid or gas
Παραδείγματα
The insect bite left a tumid bump on his arm.
Το τσίμπημα του εντόμου άφησε ένα πρησμένο εξόγκωμα στο χέρι του.
2.1
στυμένος, πρησμένος
(of sexual organs) in a state of arousal
Παραδείγματα
The study examined hormonal changes leading to tumid responses.
Η μελέτη εξέτασε τις ορμονικές αλλαγές που οδηγούν σε πρησμένες αντιδράσεις.
Λεξικό Δέντρο
tumidness
tumid



























