tryst
tryst
trɪst
trist
trust

Ορισμός και σημασία του "tryst"στα αγγλικά

01

ραντεβού, μυστική συνάντηση

a secret meeting or rendezvous, especially between romantic partners 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
trysts
Παραδείγματα
The lovers arranged a midnight tryst under the old oak tree, away from prying eyes. 

Οι εραστές κανόνισαν ένα ραντεβού τα μεσάνυχτα κάτω από την παλιά δρυ, μακριά από αδιάκριτα βλέμματα.

02

συνάντηση, ραντεβού

a meeting set up in advance between two or more people, without any romantic angle 
Παραδείγματα
The two diplomats agreed on a tryst at the embassy coffee shop. 

Οι δύο διπλωμάτες συμφώνησαν σε μια συνάντηση στο καφενείο της πρεσβείας.

to tryst
01

συναντιέμαι κρυφά, έχω κρυφό ραντεβού

to meet secretly with someone one loves 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tryst
γ΄ ενικό πρόσωπο
trysts
ενεστώτα μετοχή
trysting
απλός αόριστος
trysted
παθητική μετοχή
trysted
Παραδείγματα
Even in wartime, they managed to tryst during short leaves from duty. 

Ακόμα και σε πολεμικό καιρό, κατάφεραν να συναντηθούν κατά τις σύντομες άδειες από το καθήκον.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store