trying
Pronunciation
/ˈtɹaɪɪŋ/, /ˈtɹaɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "trying"στα αγγλικά

01

δύσκολος, επίπονος

hard to manage or endure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most trying
συγκριτικός βαθμός
more trying
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The trying negotiations lasted for months without progress.
Οι εξαντλητικές διαπραγματεύσεις διήρκεσαν για μήνες χωρίς πρόοδο.
02

ενοχλητικός, εκνευριστικός

annoying in a way that tests patience or causes frustration
Παραδείγματα
The trying delays at the DMV made everyone in line grumble.
Οι ενοχλητικές καθυστερήσεις στο DMV έκαναν όλους στην ουρά να μουρμουρίζουν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store