Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
trying
01
δύσκολος, επίπονος
hard to manage or endure
Παραδείγματα
The trying negotiations lasted for months without progress.
Οι εξαντλητικές διαπραγματεύσεις διήρκεσαν για μήνες χωρίς πρόοδο.
02
ενοχλητικός, εκνευριστικός
annoying in a way that tests patience or causes frustration
Παραδείγματα
The trying delays at the DMV made everyone in line grumble.
Οι ενοχλητικές καθυστερήσεις στο DMV έκαναν όλους στην ουρά να μουρμουρίζουν.
Λεξικό Δέντρο
trying
try



























