Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
trying
01
δύσκολος, επίπονος
hard to manage or endure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most trying
συγκριτικός βαθμός
more trying
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The trying weather conditions made the hike dangerous.
Οι επιπονες καιρικές συνθήκες έκαναν την πεζοπορία επικίνδυνη.
02
ενοχλητικός, εκνευριστικός
annoying in a way that tests patience or causes frustration
Παραδείγματα
The baby's trying cries kept the neighbors awake all night.
Τα ενοχλητικά κλάματα του μωρού κράτησαν τους γείτονες ξύπνιους όλη τη νύχτα.
Λεξικό Δέντρο
trying
try



























