Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to try on
[phrase form: try]
01
δοκιμάζω, φοράω για δοκιμή
to put on a piece of clothing to see if it fits and how it looks
Transitive: to try on a piece of clothing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on
βασικό ρήμα
try
ενεστώτας
try on
γ΄ ενικό πρόσωπο
tries on
ενεστώτα μετοχή
trying on
απλός αόριστος
tried on
παθητική μετοχή
tried on
Παραδείγματα
They allowed her to try on the wedding dress before making a final decision.
Της επέτρεψαν να δοκιμάσει το γαμήλιο φόρεμα πριν πάρει την τελική απόφαση.



























