Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to try on
01
δοκιμάζω, φοράω για δοκιμή
to put on a piece of clothing to see if it fits and how it looks
Transitive: to try on a piece of clothing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on
βασικό ρήμα
try
ενεστώτας
try on
γ΄ ενικό πρόσωπο
tries on
ενεστώτα μετοχή
trying on
απλός αόριστος
tried on
παθητική μετοχή
tried on
Παραδείγματα
Can I try these sunglasses on to see how they look on me?
Μπορώ να δοκιμάσω αυτά τα γυαλιά ηλίου για να δω πώς μου πάνε;



























