Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
trusty
01
αξιόπιστος, άξιος εμπιστοσύνης
worthy of trust or belief
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
trustiest
συγκριτικός βαθμός
trustier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
reliability, character, evaluation
Trusty
01
ένας έμπιστος κρατούμενος, ένας προνομιούχος κρατούμενος
a convict who is considered trustworthy and granted special privileges
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
trusties
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
trustiness
untrusty
trusty
trust



























