trusty
trus
ˈtrʌs
tras
ty
ti
ti
crustyfustygustylusty
trustier

Ορισμός και σημασία του "trusty"στα αγγλικά

01

αξιόπιστος, άξιος εμπιστοσύνης

worthy of trust or belief 
trusty definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
trustiest
συγκριτικός βαθμός
trustier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
reliability, character, evaluation
01

ένας έμπιστος κρατούμενος, ένας προνομιούχος κρατούμενος

a convict who is considered trustworthy and granted special privileges 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
trusties

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

trustiness
untrusty
trusty
trust
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store