Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
trustworthy
01
αξιόπιστος, έμπιστος
able to be trusted or relied on
Παραδείγματα
The trustworthy organization prioritizes transparency and accountability in its operations.
Ο αξιόπιστος οργανισμός δίνει προτεραιότητα στη διαφάνεια και την ευθύνη στις λειτουργίες του.
Λεξικό Δέντρο
trustworthiness
untrustworthy
trustworthy
trustworth



























