Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to trump up
01
κατασκευάζω, επινοώ
to invent typically false or exaggerated information in order to create a false idea about someone or something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
trump
ενεστώτας
trump up
γ΄ ενικό πρόσωπο
trumps up
ενεστώτα μετοχή
trumping up
απλός αόριστος
trumped up
παθητική μετοχή
trumped up
Παραδείγματα
In legal proceedings, it is crucial to present genuine evidence and not to resort to trumping up charges to sway the case.
Στις νομικές διαδικασίες, είναι κρίσιμο να παρουσιάζονται γνήσια στοιχεία και να μην καταφεύγουμε σε κατασκευασμένες κατηγορίες για να επηρεάσουμε την υπόθεση.



























