truism
trui
ˈtru:ɪ
trooi
sm
zəm
zēm

Ορισμός και σημασία του "truism"στα αγγλικά

01

τρισμα, προφανής αλήθεια

a self-evident truth or axiomatic statement that does not worth mentioning, used as a literary device 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
truisms

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store