Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Truffle
01
τρούφα
a highly prized fungus that grows underground, known for its distinctive aroma and flavor
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
truffles
Παραδείγματα
The distinctive taste of truffles adds an earthy and musky note to dishes like pasta and risotto.
Η διακριτική γεύση των τρούφας προσθέτει μια γήινη και μοσχοβόλη γεύση σε πιάτα όπως ζυμαρικά και ριζότο.
02
τρούφα, μαλακή σοκολάτα τρούφα
a soft chocolate sweet
03
τρούφα
any of various highly prized edible subterranean fungi of the genus Tuber; grow naturally in southwestern Europe



























