truculent
truc
ˈtrək
τρακ
u
γα
lent
lənt
λαντ

Ορισμός και σημασία του "truculent"στα αγγλικά

01

πολεμοχαρής, επιθετικός

ill-tempered and ready to start an argument or fight 
αποδοκιμαστικό
επίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most truculent
συγκριτικός βαθμός
more truculent
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, personality, interaction
Παραδείγματα
His truculent attitude made it difficult for his teammates to work with him. 

Η εριστική του στάση έκανε δύσκολο για τους συμπαίκτες του να συνεργαστούν μαζί του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

truculently
truculent
trucul
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store