Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to troubleshoot
01
αντιμετωπίζω προβλήματα, επιλύω δυσκολίες
to come up with solutions for challenges and difficulties in an organization or company
Transitive: to troubleshoot a challenge
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
troubleshoot
γ΄ ενικό πρόσωπο
troubleshoots
ενεστώτα μετοχή
troubleshooting
απλός αόριστος
troubleshot
παθητική μετοχή
troubleshot
Παραδείγματα
Managers troubleshoot organizational problems to enhance efficiency and productivity.
Οι μάνατζερ αναλαμβάνουν την αντιμετώπιση οργανωτικών προβλημάτων για να βελτιώσουν την αποτελεσματικότητα και την παραγωγικότητα.
02
αντιμετωπίζω προβλήματα, διαγιγνώσκω
to identify, analyze, and resolve problems or malfunctions in a system, device, or process to restore it to proper functioning
Transitive: to troubleshoot system malfunctions
Παραδείγματα
She troubleshoots the network issues daily.
Αυτή αναλαμβάνει την αντιμετώπιση προβλημάτων του δικτύου καθημερινά.
Λεξικό Δέντρο
troubleshooter
troubleshoot



























