Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Trigon
01
τρίγωνο, τρίπλευρο πολύγωνο
a three-sided polygon
02
τρίγωνο, τριγωνική λύρα της αρχαίας Ελλάδας και Ρώμης
a triangular lyre of ancient Greece and Rome
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
trigons
03
τρίγωνο, ζωδιακό τρίγωνο
(astrology) one of four groups of the zodiac where each group consists of three signs separated from each other by 120 degrees
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
trigonal
trigon



























