trike
trike
traɪk
traik
tribetricetrinetrite

Ορισμός και σημασία του "trike"στα αγγλικά

01

τρίκυκλο, τριτσικλέτα

a vehicle with three wheels that is moved by foot pedals 
trike definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
trikes

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store