Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to trigger off
01
πυροδοτώ, ενεργοποιώ
to make something start or happen by pushing a button, saying something, or causing a reaction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
trigger
ενεστώτας
trigger off
γ΄ ενικό πρόσωπο
triggers off
ενεστώτα μετοχή
triggering off
απλός αόριστος
triggered off
παθητική μετοχή
triggered off
Παραδείγματα
She triggered off the alarm accidentally while trying to unlock the door.
Πυροδότησε τυχαία τον συναγερμό ενώ προσπαθούσε να ξεκλειδώσει την πόρτα.



























