Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to trigger off
[phrase form: trigger]
01
πυροδοτώ, ενεργοποιώ
to make something start or happen by pushing a button, saying something, or causing a reaction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
trigger
ενεστώτας
trigger off
γ΄ ενικό πρόσωπο
triggers off
ενεστώτα μετοχή
triggering off
απλός αόριστος
triggered off
παθητική μετοχή
triggered off
Παραδείγματα
The music suddenly playing triggered memories off from her childhood.
Η μουσική που ξαφνικά άρχισε να παίζει πυροδότησε αναμνήσεις από την παιδική της ηλικία.



























